Το παιχνίδι των ψευδαισθήσεων
“Η αγάπη… είναι απλώς μια ψευδαίσθηση” είχε πει η Virginia Woolf. “Μια ιστορία που κατασκευάζει κάποιος στο μυαλό του για ένα άλλο άτομο. Και γνωρίζουμε πάντα ότι δεν είναι πραγματική. Φυσικά το γνωρίζουμε- γιατί πάντα φροντίζουμε να μη μας καταστρέψουν την ψευδαίσθηση”. Μας αρέσει να κατοικούμε στη σφαίρα του «νομίζω». Νομίζουμε πως μας αγαπούν, νομίζουμε πως νοιάζονται για μας, νομίζουμε πως μας έχουν ανάγκη, νομίζουμε πως έχουμε φίλους, νομίζουμε πως έχουμε γκόμενους, νομίζουμε πως έχουμε γενικώς… Νομίζουμε πως ζούμε αληθινά. Οι περισσότεροι είναι τυχεροί: Δε θα ξυπνήσουν ποτέ από το ψέμα. Άλλοι είναι πιο τυχεροί (ή πιο άτυχοι): γνωρίζουν ότι ζουν στο ψέμα αλλά δεν θέλουν να ξυπνήσουν.
Όσοι “κοιμόμαστε” εθελοντικά είναι γιατί φοβόμαστε να ξεχωρίσουμε τις αλήθειες από τα ψέματα και προτιμούμε να μένουμε ασφαλείς με αυτά που νομίζουμε ότι έχουμε. Σαν να λέμε «ζήσε τη στιγμή και μην αναρωτιέσαι αν είναι αληθινή». Επειδή αγαπάς αυτούς που έχεις γύρω σου και προτιμάς να γυρίσει η γη ανάποδα παρά να τους χάσεις, σε βολεύει να πιστεύεις ότι κι εκείνοι σε αγαπούν το ίδιο αληθινά για να μη καταστραφεί η ψευδαίσθηση σου. Κι από τους άλλους προτιμάς την έστω και ψεύτικη επιβεβαίωση της γνησιότητας του ενδιαφέροντος τους παρά την αληθινή τους πρόθεση. Γύρω μας υπάρχουν κι άλλοι που επιλέγουν επίσης να νομίζουν αυτά που θέλουν για μας, παγιδεύοντας μας σε τίτλους και μας ζητούν περισσότερα από όσα μπορούμε να τους δώσουμε δεσμεύοντας μας αυθαίρετα σε σχέσεις που ουσιαστικά δεν μας εκφράζουν. Κι αφού η ψευδαίσθηση είναι κάτι πολύ εύθραυστο, την προστατεύουμε για να μη σπάσει με κάθε τίμημα, οπότε εκτός από απλοί θεατές γινόμαστε και κοινωνοί αυτού του «νομίζω». Μένοντας πιστοί στον ρόλο μας από την αρχή ως το τέλος λέμε στους άλλους αυτά που θέλουν να ακούσουν για να μην τους πληγώσουμε ή για να μη τους χάσουμε από το προσκήνιο. Όσες ευκαιρίες κι αν μας παρουσιαστούν, επιλέγουμε να αφήνουμε τους άλλους στην άγνοια τους και δεν λέμε τις αλήθειες που σκεφτόμαστε, νομίζοντας ότι ο ήχος τους είναι επικίνδυνα ισχυρός για τις αντοχές μιας ανθρώπινης καρδιάς.
Ακόμα όμως κι όταν κλείνεις τη πόρτα στην πραγματικότητα, η αλήθεια μπορεί να μπει απρόσκλητη. Τότε ξυπνάς απότομα, όλα καθαρίζουν εντελώς, το τζάμι σου ξεθολώνει, ο ουρανός σου χάνει τα σύννεφα του και γενικά όλα μοιάζουν σαν ένα κοχύλι που είχες δει μισο-κρυμμένο στην άμμο και το μάζεψες αυθόρμητα εντυπωσιασμένη από μια άκρη του. Ένα κοχύλι που μόνο όταν το βρέξεις στο νερό και φύγει η άμμος βλέπεις καθαρά την εικόνα του- η οποία συνήθως δεν είναι έτσι όπως περίμενες πως θα ‘ναι. Κι επειδή αυτό που θα δεις δεν θα σου αρέσει πιθανόν να προτιμήσεις να το αφήσεις εκεί που το βρήκες και θα αλλάξεις πλευρό συνεχίζοντας το όνειρο σου. Γιατί οι άνθρωποι στην θέα της οποιασδήποτε αλήθειας κάνουν μόνο ένα πράγμα: κλείνουν τα μάτια σαν να μην είδαν τίποτα.
Η αλήθεια προσφέρεται γυμνή, χωρίς περικοπές και διορθώσεις- ένα ξένο ρούχο που δεν φτιάχτηκε στα μέτρα μας- και η βουτιά στο βυθό της θέλει τόλμη και ισχυρή πεποίθηση ότι μπορείς να επιβιώσεις ακόμα κι αν ο μικρόκοσμος σου διαλυθεί. Όμως τελικά τι μπορείς να αντέξεις πιο πολύ: το να βγεις στο φως της αλήθειας ή το να επιλέγεις να μένεις για πάντα στη ψευδαίσθηση?